εγγραφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγγραφή οι εγγραφές
      γενική της εγγραφής των εγγραφών
    αιτιατική την εγγραφή τις εγγραφές
     κλητική εγγραφή εγγραφές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγραφή < αρχαία ελληνική ἐγγραφή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγγραφή θηλυκό

  1. καταγραφή σε επιφάνεια από διάφορα υλικά, π.χ. μαγνητική ταινία, χαρτί
  2. (πληροφορική) καταχώριση σε αρχείο
  3. (πληροφορική), (για CD, ROM, κλπ.) burn: το κάψιμο, η μόνιμη εγγραφή σε μνήμες, που είναι μίας χρήσης, όπως CD, DVD, ROM. Μεταφορικά, λέγεται και κάψιμο της μνήμης, διότι η μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλη εγγραφή.
     συνώνυμα: κάψιμο
  4. (βάσεις δεδομένων), (σχεσιακή βάση δεδομένων) η γραμμή (row), η πλειάδα (tuple) ενός πίνακα (table)[1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Πληροφορική:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 44, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04