Μετάβαση στο περιεχόμενο

inscription

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inscription inscriptions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

inscription (en)

  • η εγγραφή, η επιγραφή, λέξεις γραμμένες στο μπροστινό μέρος ενός βιβλίου ή κομμένες σε πέτρα ή μέταλλο
    παράδειγμα  the inscription of his name - η εγγραφή του ονόματός του
    παράδειγμα  He turned the slab to the other side and then saw the inscription.
    Γύρισε την πλάκα από την άλλη μεριά και τότε είδε την επιγραφή.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃s.kʁip.sjɔ̃/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inscription inscriptions

inscription (fr) θηλυκό