γραμμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραμμή γραμμές
γενική γραμμής γραμμών
αιτιατική γραμμή γραμμές
κλητική γραμμή γραμμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γραμμή < γράφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɣɾa.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γραμμή θηλυκό

  1. το συνεχόμενο ίχνος διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που δημιουργείται από μια γραφική ύλη πάνω σε μια επιφάνεια
    ευθεία / καμπύλη / τεθλασμένη γραμμή
  2. (μαθηματικά) η ευθεία που περνάει από δύο σημεία και εκτείνεται στο άπειρο. Μπορεί να έχει μήκος και πλάτος, αλλά όχι πάχος
  3. κάθε σχηματική χάραξη στο εσωτερικό της παλάμης του χεριού, η οποία φέρεται να αντιπροσωπεύει τη πορεία της υγείας, της ζωής, της επιτυχίας κάθε ανθρώπου
    έχει μεγάλη γραμμή ζωής, θα ζήσει πολλά χρόνια
  4. η ευθυγραμμισμένη σειρά από όμοια πράγματα, πρόσωπα ή στοιχεία
    σε αυτή την περιοχή τα σπίτια είναι χτισμένα σε γραμμή
  5. η τακτοποιημένη σειρά στοιχείων έτσι ώστε το ένα οδηγεί στο άλλο
  6. η αράδα ενός γραπτού κειμένου ή ο στίχος σε ένα ποιήμα
    η σελίδα Α4 συνήθως έχει 22 γραμμές
  7. η παράταξη των στρατιωτικών δυνάμεων
    με μια παράτολμη προσπάθεια διασπάστηκαν οι γραμμές των αντιπάλων
  8. η καθοδήγηση που δίνεται για μια πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί
    χαράχτηκε η γραμμή της κυβερνητικής πολιτικής
  9. (μεταφορικά) οι οδηγίες που δίνονται προς μια κατεύθυνση
    είναι γραμμή της εταιρείας να ακολουθούμε μόνο έννομα μέσα
  10. το τακτικό και καθορισμένο δρομολόγιο ενός μέσου μεταφοράς
    υπάρχει γραμμή για το νησί τέσσερις φορές την ημέρα
  11. η νοητή πορεία που ακολουθούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς κατά την εκτέλεση των δρομολογίων τους
    η γραμμή για τις Σπέτσες περνάει συνήθως από τον Πόρο και την Ύδρα
  12. (πληθυντικός) οι ράγες του τρένου
    αυτοκτόνησε πέφτοντας στις γραμμές του τρένου
  13. (περιληπτικά) το σύνολο των καλωδίων μέσα από τα οποία μεταβιβάζεται ένα σήμα (τηλεοπτικό, τηλεφωνικό κ.λπ.)
  14. η τηλεφωνική σύνδεση
    την ώρα που μιλούσαμε έπεσε η γραμμή του τηλεφώνου
  15. το (πραγματικό ή νοητό) σύνορο ανάμεσα σε δύο εκτάσεις
    η γραμμή του ορίζοντα
  16. το περίγραμμα ενός αντικειμένου ή των μερών του
    προσπαθεί με τη δίαιτα να ξαναβρεί τη γραμμή της

Εκφράσεις[]

  • ανοικτή γραμμή (επικοινωνίας) : η ελεύθερη κι αδιάκοπη ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα σε δύο πλευρές
  • γραμμή μεταφοράς : το σύστημα αγωγών ή καλωδίων που εξυπηρετεί τη μεταφορά ηλεκτρισμού, σημάτων ή ενέργειας μεταξύ διαφόρων σημείων
  • γραμμή μετώπου : η έκταση που κατέχουν τα εμπρόσθια στρατεύματα του εχθρού, όταν βρίσκονται σε ακινησία
  • γραμμή παραγωγής : η διάταξη μηχανών ή ανθρώπων σε μια μονάδα παραγωγής
  • γραμμή πυρός : η πρώτη γραμμή της μάχης
  • γραμμή του Αττίλα : η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει την ελεύθερη Κύπρο από τα υπό τουρκική κατοχή εδάφη της. Η γραμμή αυτή επιβλήθηκε το καλοκαίρι του 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα που εισέβαλαν στο νησί
  • διαβάζω μέσα / κάτω από τις γραμμές : αντιλαμβάνομαι τα κρυφά νοήματα ενός κειμένου
  • η πρώτη γραμμή :
  1. το πεδίο των πολεμικών συγκρούσεων
  2. στην πρωτοπορία, στο μετερίζι
  3. στο επίκεντρο
  • μπαίνω στη γραμμή : ευθυγραμμίζομαι, στοιχίζομαι
  • πιάνω γραμμή : συνδέομαι τηλεφωνικά
  • πράσινη γραμμή : το τμήμα της γραμμής του Αττίλα που διαπερνά τη Λευκωσία, χωρίζοντάς την στα δύο
  • πρώτης γραμμής : μεγάλης ικανότητας ή ποιότητας
  • σε αδρές γραμμές : χοντρικά, αδρομερώς
  • σε γενικές γραμμές : γενικά, αδρομερώς
  • τραβάω γραμμή : χαράζω ευθεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίρρημα[]

  1. κατευθείαν
    να πας γραμμή και να του μιλήσεις
  2. στη σειρά, διαδοχικά
    πήρα γραμμή τις εταιρείες και έκανα την ενημέρωση