Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποκλειστική γραμμή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποκλειστική γραμμή <  δείτε τις λέξεις αποκλειστικός και γραμμή < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dedicated line

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

αποκλειστική γραμμή (el)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]