κόμβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόμβος οι κόμβοι
      γενική του κόμβου των κόμβων
    αιτιατική τον κόμβο τους κόμβους
     κλητική κόμβε κόμβοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμβος < (λόγιο) αρχαία ελληνική κόμβος "αγκράφα, ταινία" (που προφερόταν με [mb] όπως κόμπος)
για τις συγκοινωνίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική noed (nœud)
για τον ναυτικό κόμβο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική knot[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔɱ.vɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμβος αρσενικό

  1. σημείο συνάντησης ή συνένωσης
  2. (συγκοινωνίες) σημείο εκκίνησης ή συνάντησης συγκοινωνιακών γραμμών
  3. (φυσική) το σημείο ενός κυκλώματος, στο οποίο συναντιούνται τουλάχιστον τρεις ρευματοφόροι αγωγοί
  4. (ναυτικός όρος) μονάδα μέτρησης ταχύτητας πλοίου, ίση με ένα ναυτικό μίλι την ώρα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης και για τα αεροπλάνα
  5. (πληροφορική), (για σύστημα υπερκειμένων) η σελίδα (το ηλεκτρονικό έγγραφο) ή μέρος αυτής (ένα αυτοτελές κείμενο), που φέρει τους υπερσυνδέσμους (hyperlinks) [2]
    δείτε τη λέξη άγκυρα
  6. (δίκτυο υπολογιστών) node: υπολογιστής, άλλη συσκευή συνδεδεμένη σε δίκτυο ή ακόμη και ένα υποδίκτυο (πχ. ένα τοπικό ή οικιακό δίκτυο συνδεόμενο με παροχέα ίντερνετ - ISP), που οπωσδήποτε έχει τουλάχιστον μία διεύθυνση IP από όπου και ταυτοποιείται [3]
    υπώνυμα: συσκευή δικτύου, ξένιος υπολογιστής (host)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κόμβος στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. 11.1.2 Κόμβοι και σύνδεσμοι, από Εφαρμογές Πληροφορικής Υπολογιστών (Α, Β, Γ Γενικού Λυκείου - Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή. Προσπέλαση 2020-07-09.
  3. Ευάγγελος Παπαπέτρου, Δίκτυα Υπολογιστών Ι, Βασικές Αρχές Δικτύωσης, σελ. 4. Προσπέλαση 2020-04-20