κόμβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμβος κόμβοι
γενική κόμβου κόμβων
αιτιατική κόμβο κόμβους
κλητική κόμβε κόμβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμβος < αρχαία ελληνική κόμβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμβος αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]