κόμβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμβος κόμβοι
γενική κόμβου κόμβων
αιτιατική κόμβο κόμβους
κλητική κόμβε κόμβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμβος < αρχαία ελληνική κόμβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμβος αρσενικό

  1. σημείο συνάντησης ή συνένωσης
  2. Ο κόμβος (knot) είναι μονάδα μέτρησης ταχύτητας πλοίου γενικά σε υδάτινο χώρο (θάλασσα, λίμνες, ποτάμια), επί και υπό την επιφάνεια, και είναι ίση με ένα ναυτικό μίλι την ώρα. Ο κόμβος χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης και στα αεροπλάνα.
  3. (φυσική) το σημείο ενός κυκλώματος, στο οποίο συναντιούνται τουλάχιστον τρεις ρευματοφόροι αγωγοί.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]