κόμπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κομπός, κόμβος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόμπος οι κόμποι
      γενική του κόμπου των κόμπων
    αιτιατική τον κόμπο τους κόμπους
     κλητική κόμπε κόμποι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμπος < αρχαία ελληνική κόμβος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

είδος κόμπου
κόμπος γραβάτας

κόμπος αρσενικό

  1. το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο τμήματα του ίδιου ή δύο διαφορετικών σχοινιών (ή άλλων νημάτων) και προκαλείται εξόγκωμα το οποίο σφίγγει αν τραβήξουμε τα δύο διαφορετικά τμήματα
  2. εξόγκωμα το οποίο μοιάζει με κόμπο (1)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έφτασε ο κόμπος στο χτένι: τα πράγματα έχουν φτάσει σε απροχώρητο σημείο
  • το δένω κόμπο: θεωρώ κάτι σαν δεδομένο αν και είναι απλή υπόσχεση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμπος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμπος ουδέτερο

  1. θόρυβος, χτύπος