Μετάβαση στο περιεχόμενο

άρθρωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άρθρωση οι αρθρώσεις
      γενική της άρθρωσης* των αρθρώσεων
    αιτιατική την άρθρωση τις αρθρώσεις
     κλητική άρθρωση αρθρώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αρθρώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Αρθρώσεις του ανθρώπινου σώματος.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άρθρωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἄρθρωσις + -ση < ελληνιστική κοινή ἄρθρωσις[1]. Νεότερες σημασίες από την γαλλική articulation[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaɾ.θɾo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άρθρωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

άρθρωση θηλυκό

  1. (ανατομία) η σύνδεση μελών του σώματος
    παράδειγμα αρθρώσεις των χεριών, αρθρώσεις των ποδιών, αρθρώσεις των δαχτύλων
  2. (ανατομία) το σημείο όπου γίνεται η σύνδεση μελών του σώματος
    παράδειγμα Υποφέρω από πόνους στις αρθρώσεις των ποδιών.
     συνώνυμα: κλείδωση
  3. (γλωσσολογία) η συγκεκριμένη διάταξη και οι κινήσεις των φωνητικών οργάνων κατά την παραγωγή και εκφορά φθόγγων, συλλαβών και λέξεων σε μια γλώσσα
    παράδειγμα Ο όρος «ηχηρός» αναφέρεται στον τρόπο άρθρωσης ενός φθόγγου, ενώ ο όρος «διχειλικός» αναφέρεται στον τόπο άρθρωσης ενός φθόγγου.
  4. (γενικότερα) ο τρόπος προφοράς
    παράδειγμα Οι ηθοποιοί πρέπει να έχουν καθαρή άρθρωση.
     συνώνυμα: εκφώνηση, εκφορά
  5. (για λόγο) επεξεργασία και διατύπωση
    παράδειγμα άρθρωση αιτήματος
     συνώνυμα: έκφραση

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. άρθρωση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. άρθρωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)