άρθρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άρθρωση οι αρθρώσεις
      γενική της άρθρωσης
αρθρώσεως*
των αρθρώσεων
    αιτιατική την άρθρωση τις αρθρώσεις
     κλητική άρθρωση αρθρώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρθρωση < ελληνιστική κοινή ἄρθρωσις < αρχαία ελληνική ἄρθρον < ἀραρίσκω (συνενώνω, συνάπτω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άρθρωση θηλυκό

  1. η σύνδεση μελών του σώματος
  2. το σημείο όπου γίνεται η σύνδεση μελών του σώματος, η κλείδωση
    υποφέρω από πόνους στις αρθρώσεις των ποδιών
  3. ο τρόπος προφοράς των φθόγγων, των συλλαβών
    οι ηθοποιοί πρέπει να έχουν καθαρή άρθρωση

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια