פרק

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

פרק (he) (pérek) αρσενικό

  1. κεφάλαιο
  2. άρθρωση