Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄρθρον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄρθρον τὰ ἄρθρ
      γενική τοῦ ἄρθρου τῶν ἄρθρων
      δοτική τῷ ἄρθρ τοῖς ἄρθροις
    αιτιατική τὸ ἄρθρον τὰ ἄρθρ
     κλητική ! ἄρθρον ἄρθρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄρθρω
γεν-δοτ τοῖν  ἄρθροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄρθρον < ἀραρίσκω ( < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er-) + -θρον  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄρθρον, -ου ουδέτερο

  1. άρθρωση, αρμός
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 129
    ὁ γάρ οἱ ἀστράγαλος ἐξεχώρησε ἐκ τῶν ἄρθρων.
      5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Ἀφορισμοί, 3.31
    ἄρθρων πόνοι
     συνώνυμα: ἅψος
  2. μέλος, άκρο
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 87
    ὡς τῆς ἵππου ταύτης τῶν ἄρθρων ἐπιψαύσας τῇ χειρὶ ἔχοι αὐτὴν κρύψας ἐν τῇσι ἀναξυρίσι·
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 1270
    ἄρας ἔπαισεν ἄρθρα τῶν αὑτοῦ κύκλων
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 625
    συνθέντες ἄρθρα στόματος
  3. (γραμματική) το άρθρο

Συγγενικά

[επεξεργασία]