σύνδεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύνδεση συνδέσεις
γενική σύνδεσης
& συνδέσεως
συνδέσεων
αιτιατική σύνδεση συνδέσεις
κλητική σύνδεση συνδέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύνδεση < αρχαία ελληνική σύνδεσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύνδεση θηλυκό

  1. η ένωση δυο ή περισσότερων πραγμάτων
    Σύνδεση δυο καλωδίων.
    Σύνδεση δυο πόλεων (μέσω ενός δρόμου).
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: σύζευξη, συνένωση
  2. η επικοινωνία με το διαδίκτυο ή μια ιστοσελίδα
    Σύνδεση στο Facebook.
    Σύνδεση στο Ίντερνετ.
  3. η συσχέτιση μεταξύ δυο ή περισσότερων πραγμάτων
    Η αστυνομία βρήκε μια σύνδεση μεταξύ των δυο φόνων.

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]