μεταβλητή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταβλητή < αρχαία ελληνική μεταβλητός < μεταβάλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταβλητή θηλυκό

  1. (μαθηματικά) κυμαινόμενη τιμή
  2. (καθομιλουμένη) οτιδήποτε κυμαινόμενο
  3. (λογική) βλ. προτασιακή μεταβλητή
  4. (προγραμματισμός) ονοματισμένη θέση στη μνήμη υπολογιστή όπου ένα πρόγραμμα μπορεί να αποθηκεύσει και να ανακαλέσει πληροφορίες, που περιέχονται σε απλούς ή πολύ σύνθετους τύπους δεδομένων (data types)
    Δείτε επίσης: καθολική και τοπική μεταβλητή

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μεταβλητή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]