εμβέλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμβέλεια εμβέλειες
γενική εμβέλειας εμβελειών
αιτιατική εμβέλεια εμβέλειες
κλητική εμβέλεια εμβέλειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμβέλεια < ελληνιστική κοινή ἐμβελής < ἐν + αρχαία ελληνική βέλος < βάλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εm.ˈvε.li.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμβέλεια θηλυκό

  1. το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) η βολή ενός όπλου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βεληνεκές
  2. το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) ένα ραδιοτηλεοπτικό σήμα
  3. (μεταφορικά) η απήχηση που έχει κάποιος ή κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]