scope

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

scope (en)

  1. οπτική συσκευή, όπως το μικροσκόπιο ή το τηλεσκόπιο
  2. το σκόπευτρο πυροβόλου όπλου
  3. το εύρος ενός αντικειμένου, μιας έρευνας κλπ
  4. (αργκό) συντομομορφή σύνθετων λέξεων με καταληκτικό συνθετικό το -scope
  5. (πληροφορική) η εμβέλεια (πχ. μεταβλητής σε ένα πρόγραμμα Η/Υ)