εύρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εύρος εύρη
γενική εύρους ευρών
αιτιατική εύρος εύρη
κλητική εύρος εύρη
Οι τύποι του πληθυντικού και ιδιαίτερα της
γενικής είναι δύσχρηστοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. εύρος ουδέτερο < αρχαία ελληνική εῦρος < εὐρύς
  2. εύρος αρσενικό < αρχαία ελληνική εῦρος < εὐρύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

εύρος ουδέτερο

  1. το πλάτος
    • επιτρεπόμενες (ή υπαρκτές) τιμές εντός διαστήματος ακραίων (τιμών)
  2. (μεταφορικά) γκάμα (το σύνολο των) υπαρκτών ή δυνητικά υπαρκτών εναλλακτικών
    κανείς δεν γνωρίζει ακόμη το εύρος των αναμενόμενων αλλαγών
    το εύρος των ακουσμάτων (μουσικών επιλογών) του είναι μεγάλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

εύρος αρσενικό

  1. νοτιοανατολικός άνεμος

Συνώνυμα[επεξεργασία]