μικροσκόπιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μικροσκόπιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική microscope < μικρός + σκοπέω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μικροσκόπιο ουδέτερο
- όργανο με φακό που χρησιμοποιείται για την οπτική εξέταση πολύ μικρών αντικειμένων· μεγεθύνει το είδωλο του αντικειμένου ώστε οι λεπτομέρειές του να γίνονται αντιληπτές με το μάτι
- ※ Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 103)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- με το/στο μικροσκόπιο: με/σε εξονυχιστικό έλεγχο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)