μικροσκοπικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μικροσκοπικός μικροσκοπική μικροσκοπικό
γενική μικροσκοπικού μικροσκοπικής μικροσκοπικού
αιτιατική μικροσκοπικό μικροσκοπική μικροσκοπικό
κλητική μικροσκοπικέ μικροσκοπική μικροσκοπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μικροσκοπικοί μικροσκοπικές μικροσκοπικά
γενική μικροσκοπικών μικροσκοπικών μικροσκοπικών
αιτιατική μικροσκοπικούς μικροσκοπικές μικροσκοπικά
κλητική μικροσκοπικοί μικροσκοπικές μικροσκοπικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικροσκοπικός < από το γαλλικό microscope. Από το μικρός και σκοπέω-σκοπώ.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μικροσκοπικός, -η, -ο

  1. που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού είναι πάρα πολύ μικρός
  2. πολύ μικρότερος από το κανονικό (λέγεται για έμφαση στο μικρό μέγεθος)
    παρόλο που έχει καλό μισθό, μένει σε μικροσκοπικό διαμέρισμα με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα
  3. που γίνεται με τη χρήση μικροσκοπίου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]