κανονικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κανονικός κανονική κανονικό
γενική κανονικού κανονικής κανονικού
αιτιατική κανονικό κανονική κανονικό
κλητική κανονικέ κανονική κανονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κανονικοί κανονικές κανονικά
γενική κανονικών κανονικών κανονικών
αιτιατική κανονικούς κανονικές κανονικά
κλητική κανονικοί κανονικές κανονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονικός < ελληνιστική κοινή κανονικός < κανών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.nɔ.ni.'kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κανονικός, -ή, -ό

  1. που είναι σύμφωνος με έναν κανόνα
  2. (γεωμετρία) που έχει όλες τις πλευρές και τις γωνίες του ίσες
    Όλες οι γωνίες ενός κανονικού τριγώνου είναι 60 μοίρες.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]