ασυνήθιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυνήθιστος < α- στερητικό + συνηθίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυνήθιστος

  1. που δεν έχει συνηθίσει κάτι
    είναι ασυνήθιστος στις πεζοπορίες, γι' αυτό κουράστηκε τόσο πολύ
  2. που δεν συμβαίνει συχνά, όχι συνήθης
    αυτές οι θερμοκρασίες είναι ασυνήθιστες για την εποχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]