συνηθίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνηθίζω < μεσαιωνική ελληνική συνηθίζω < συνήθης

Ρήμα[επεξεργασία]

συνηθίζω (παθητική φωνή: συνηθίζομαι)

  1. (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ
  2. (αμετάβατο) αποκτώ ή έχω ήδη τη συνήθεια να κάνω κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]