συνηθίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνηθίζω < μεσαιωνική ελληνική συνηθίζω < συνήθης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συνηθίζω (παθητική φωνή: συνηθίζομαι)

  1. (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον τη συνήθεια να κάνει κάτι, εξασκώ
  2. (αμετάβατο) αποκτώ ή έχω ήδη τη συνήθεια να κάνω κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]