ήδη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἤδη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ήδη < αρχαία ελληνική ἤδη

Επίρρημα[επεξεργασία]

ήδη

  1. κιόλας
  2. τώρα πια, πλέον

Μεταφράσεις[επεξεργασία]