yet
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]yet < αγγλοσαξονικά ġīet
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]yet (en) (χωρίς παραθετικά)
- ακόμα, ακόμη και/κι να, μέχρι τώρα, χρησιμοποιείται σε αρνητικές προτάσεις και ερωτήσεις για να μιλήσω για κάτι που δεν έχει συμβεί αλλά περιμένω να συμβεί
He is not fit to travel yet.
- Δεν είναι ικανός να ταξιδέψει ακόμα.
-“Are you ready?” -“Not yet.”
- -«Είσαι έτοιμος;» -«Όχι ακόμα.»
He hasn’t come yet.
- Δεν ήρθε ακόμη.
I’ve been working since the morning and have yet to finish.
- Από το πρωί δουλεύω κι ακόμη να τελειώσω.
It got dark and we had yet to arrive.
- Βράδιασε κι ακόμη να φτάσουμε.
I don’t know anything yet.
- Δεν ξέρω τίποτα μέχρι τώρα.
- ένας πρόσθετος, ένας ακόμα, ξανά, πάλι, χρησιμοποιείται για να τονίσει μια αύξηση στο ποσό ή τον αριθμό των φορών που συμβαίνει κάτι
Children’s tuition fees are yet another financial burden for the family.
- Τα δίδακτρα των παιδιών είναι ένα πρόσθετο οικονομικό βάρος για την οικογένεια.
It fits yet another.
- Χωράει ένας ακόμα.
Don’t ask him for a loan yet again.
- Μην του ζητήσεις ξανά δανεικά.
Unfortunately, he’s started drinking yet again.
- Δυστυχώς πάλι ξανάρχισε να πίνει.
- μέχρι στιγμής, ακόμη
- συνεχώς μέχρι κάποιο χρονικό σημείο, ακόμη
- σε κάποιο χρονικό σημείο του μέλλοντος, τελικά
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]yet (en)
- κι όμως, ωστόσο, παρ'όλα αυτά
I am not lazy, yet I’ve been jobless for months.
- Δεν είμαι τεμπέλης κι όμως είμαι άεργος επί μήνες.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη nevertheless