yet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

yet < αγγλοσαξονικά ġīet

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /jɛt/

Open book 01.svg Επίρρημα[]

yet (en)

  1. μέχρι στιγμής, ακόμη
    He has never yet been late for an appointment.
    I’m not yet wise enough to answer that.
    When she started school, the child was not yet able to tie her shoe laces.
  2. συνεχώς μέχρι κάποιο χρονικό σημείο, ακόμη
    The workers went to the factory early and are striking yet.
  3. σε κάποιο χρονικό σημείο του μέλλοντος, τελικά
    The riddle will be solved yet.
  4. επιπλέον, ακόμη
    There are two hours yet to go until our destination.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

yet (en)

  1. ωστόσο, παρ'όλα αυτά
    I thought I knew you, yet how wrong I was.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]