Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

yet < αγγλοσαξονικά ġīet


ΔΦΑ : /jɛt/


yet (en)

  1. μέχρι στιγμής, ακόμη
    He has never yet been late for an appointment.
    I’m not yet wise enough to answer that.
    When she started school, the child was not yet able to tie her shoe laces.
  2. συνεχώς μέχρι κάποιο χρονικό σημείο, ακόμη
    The workers went to the factory early and are striking yet.
  3. σε κάποιο χρονικό σημείο του μέλλοντος, τελικά
    The riddle will be solved yet.
  4. επιπλέον, ακόμη
    There are two hours yet to go until our destination.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


yet (en)

  1. ωστόσο, παρ'όλα αυτά
    I thought I knew you, yet how wrong I was.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]