ωστόσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωστόσο < ως + τόσο

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ωστόσο

  • (αντιθετικός παρατακτικός σύνδεσμος) χρησιμοποιείται για να εισάγει μία πρόταση στην οποία εκφράζεται ελαφρά αντίθεση, αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σε κάτι που ειπώθηκε προηγουμένως

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συνήθως, όχι όμως πάντα, τίθεται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου ή στο τέλος της.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]