επιφύλαξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιφύλαξη επιφυλάξεις
γενική επιφύλαξης
& επιφυλάξεως
επιφυλάξεων
αιτιατική επιφύλαξη επιφυλάξεις
κλητική επιφύλαξη επιφυλάξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιφύλαξη < ἐπιφύλαξις < ἐπιφυλάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επιφύλαξη θηλυκό

  • συμφωνώ, αλλά με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου (συμφωνώ, αλλά όχι χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό και μπορεί αν το κρίνω αναγκαίο μελλοντικά, να κάνω χρήση των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος)
  • Είπα το "ναι", αλλά με πάσα επιφύλαξη (είπα "ναι" απρόθυμα, διατηρώ επιφυλάξεις και μάλιστα πολλές)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]