réserve

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : reserve, réservé

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
réserve réserves

réserve (fr) θηλυκό

  1. η εφεδρεία
    on a appelé la réserve - κάλεσαν τους έφεδρους
  2. η επιφύλαξη, η εξαίρεση, ο περιορισμός
    sans réserve - ανεπιφύλακτα
    à la réserve de - εκτός
  3. το απόθεμα
    en réserve - κατά μέρος
  4. η διάκριση, το διακριτικό φέρσιμο
    être/se tenir sur la réserve - είμαι/στέκομαι διακριτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]