διακριτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διακριτικός διακριτική διακριτικό
γενική διακριτικού διακριτικής διακριτικού
αιτιατική διακριτικό διακριτική διακριτικό
κλητική διακριτικέ διακριτική διακριτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διακριτικοί διακριτικές διακριτικά
γενική διακριτικών διακριτικών διακριτικών
αιτιατική διακριτικούς διακριτικές διακριτικά
κλητική διακριτικοί διακριτικές διακριτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διακριτικός < αρχαία ελληνική < διακρίνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.kɾi.ti.ˈkɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διακριτικός αρσενικό

  1. που μπορεί να διακρίνει
  2. που φέρεται με διακριτικότητα, που δείχνει ιδιαίτερη προσοχή και λεπτότητα , ώστε να μην παραβιάσει την ιδιωτική ζωή των άλλων, να μην προσβάλλει τις ευαισθησίες τους και γενικότερα να μην τους ενοχλήσει
     αντώνυμα: αδιάκριτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  διακρίνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]