διάκριση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διάκριση | οι | διακρίσεις |
| γενική | της | διάκρισης* | των | διακρίσεων |
| αιτιατική | τη | διάκριση | τις | διακρίσεις |
| κλητική | διάκριση | διακρίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διακρίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διάκριση < αρχαία ελληνική διάκρισις < διακρίνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διάκριση θηλυκό
- ο διαχωρισμός των εννοιών, ατόμων, αντικειμένων κ.λπ που προκύπτει από την κατανόηση των διαφορών μεταξύ τους
- είναι δύσκολη η διάκριση μεταξύ έρωτα και αγάπης
- ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων
- διάκριση των εξουσιών
- η διαφορετική μεταχείριση των ανθρώπων που προκύπτει από προκαταλήψεις ή συμφέροντα
- πρέπει να βάλουμε τέλος στις διακρίσεις εις βάρος των μειονοτήτων
- ※ Τι είναι, τέλος πάντων, αυτός ο ηλικιακός ρατσισμός; Ο ηλικιακός ρατσισμός ή ηλικισμός (από τον αγγλικό όρο ageism) είναι η προκατάληψη, η διάκριση ή ο εκφοβισμός ατόμων και ομάδων με βάση την ηλικία τους. Ο όρος “ageism” επινοήθηκε το 1969 από τον Αμερικανό ψυχίατρο και γεροντολόγο Ρόμπερτ Μπάτλερ, για να περιγράψει τις διακρίσεις σε βάρος των ηλικιωμένων, με βάση την ορολογία του σεξισμού και του ρατσισμού.
- Πώς βίωσα τον ηλικιακό ρατσισμό, 07-03-2025, @simerini.sigmalive.com, συντάκτρια: Ζήνα Λυσσάνδρου Παναγίδη, ημερομηνία ανάκτησης: 14-07-2025.
- η έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς κάποιου
- το βραβείο Νόμπελ είναι η ανώτατη διάκριση για έναν επιστήμονα
- η εξουσία που έχει κάποιος να χειρίζεται όπως θέλει μια κατάσταση
- το αφήνω στη διάκρισή σας
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη διακρίνω
Διαφοροποίηση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διάκριση