διακρίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διακρίνω < αρχαία ελληνική διακρίνω < διά + κρίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðia.ˈkɾi.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

διακρίνω, παθητικό: διακρίνομαι, παθητική μετοχή: διακεκριμένος

  1. βλέπω, αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου
    διέκρινα μια φιγούρα να κινείται μέσα στην ομίχλη
  2. ξεχωρίζω σε κατηγορίες βρίσκοντας τα διαφορετικά χαρακτηριστικά
    μπορώ να διακρίνω τους ειλικρινείς από τους υποκριτές
  3. χαρακτηρίζω
τον διακρίνει ειλικρίνεια και ευθύτητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]