δυσδιάκριτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσδιάκριτος < ελληνιστική κοινή δυσ- + διακρίνω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσδιάκριτος, -η, -ο

  1. που δύσκολα διακρίνεται
    μια δυσδιάκριτη διαφορά
    μια δυσδιάκριτη λεπτομέρεια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]