κρίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κρίνο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρίνω < αρχαία ελληνική κρίνω < πρωτοελληνική *kríňňō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kri-n-ye- < *krey- (κοσκινίζω, χωρίζω, διαιρώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɾi.nɔ/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κρίνω

  1. σχηματίζω γνώμη, νομίζω, εκτιμώ
    εγώ κρίνω πως η πράξη του ήταν σωστή
  2. δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση
    το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο
  3. κατακρίνω, καταδικάζω
  4. κάνω κριτική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημείωση: Για τη μετοχή κριμένος βλέπε τη Συζήτηση:κριμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]