βγάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βγάζω < μεσαιωνική ελληνική βγάζω / ἐβγάζω < αρχαία ελληνική ἐκβιβάζω < ἐκ + βιβάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βγάζω, αόριστος: έβγαλα, παθητική μετοχή: βγαλμένος

  1. μεταφέρω κάτι από το εσωτερικό ενός χώρου ή αντικειμένου στο εξωτερικό του
    βγάζω έξω τα σκουπίδια, βγάζω τα ρούχα από την ντουλάπα
    • (στο σχολείο) βγάζω κάποιον έξω: αποβάλλω ένα μαθητή από την αίθουσα
    • (μεταφορικά, για συναισθήματα) εκδηλώνω
      βγάζω το άχτι μου: ξεσπάω, εκδηλώνω το θυμό μου
  2. μεταφέρω κάτι σε άλλη θέση από αυτήν που βρίσκεται γιατί εμποδίζει
    βγάλε από μπροστά σου αυτή την καρέκλα
  3. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι που εφάπτεται ή είναι κολλημένο στην εξωτερική επιφάνεια ενός σώματος/αντικειμένου
    βγάζω το χάρτινο εξώφυλλο από ένα δερματόδετο βιβλίο
    1. βγάζω τα ρούχα κάποιου: γδύνω κάποιον
    2. βγάζω τα ρούχα μου: γδύνομαι
  4. αφαιρώ με εγχείριση κάποιο όργανο του σώματος
    του έβγαλαν το δόντι/τη χολή/τη σπλήνα
  5. εξαρθρώνω
    πάλι έβγαλα τον ώμο μου
  6. τραυματίζω
    κοίτα μη βγάλεις το μάτι σου μ' αυτό το ψαλίδι
  7. εξάγω ένα συμπέρασμα ή τη λύση μιας μαθηματικής πράξης ή προβλήματος
  8. καταφέρνω να διαβάσω κάτι
    χωρίς τα γυαλιά του, δεν τα βγάζει
  9. παράγω
    αυτή μηχανή βγάζει 1000 κομμάτια τη μέρα
  10. κερδίζω (για εισόδημα)
    πόσα λεφτά βγάζεις το χρόνο;

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]