παίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παίζω < αρχαία ελληνική παίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

παίζω

  1. ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω με παιχνίδι
    τα παιδιά έπαιζαν και γελούσαν στο σοκάκι
  2. συμμετέχω σε ένα ομαδικό άθλημα
    είναι κολλημένος με το μπριτζ, το παίζει τέσσερα βράδια τη βδομάδα
  3. χειρίζομαι μουσικό όργανο
    έμαθε μόνη της να παίζει κιθάρα
    • (για άνθρωπο ή μηχάνημα) εκτελώ μουσικό κομμάτι ή τραγούδι
      η ορχήστρα/το ραδιόφωνο έπαιζε παλιά τραγούδια
  4. (για τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμα) αναπαράγω
    ποια ταινία παίζει απόψε (σ)το άλλο κανάλι;
  5. συμμετέχω σε θεατρικό ή τηλεοπτικό έργο ως ηθοποιός
    στο καινούργιο έργο του σκηνοθέτη παίζουν οι...
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υποδύομαι
  6. (για αντικείμενα) δεν είμαι σταθερά προσαρμοσμένος στη θέση μου αλλά μπορώ να κινηθώ ελαφρά γύρω από αυτήν, πάω πέρα δώθε
    Το μπράτσο της πολυθρόνας παίζει. Θέλει λίγη κόλλα ή μια βίδα για να στερεωθεί.
  7. (στο γ' πρόσωπο, προφορικό) παίζει: για κάτι ενδιαφέρον που συμβαίνει, συνήθως παρασκηνιακά
    δεν μπορεί αυτός να άλλαξε γνώμη έτσι ξαφνικά, κάτι παίζει εδώ

Εκφράσεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παίζω < παῖς, παιδός

Open book 01.svg Ρήμα[]

παίζω

  1. παίζω (στην κυριολεξία: «κάνω το παιδί»)
  2. (+ πρός) κοροϊδεύω
    οἱ ἄλλοι παῖδες παίζουσι πρὸς αὐτόν