άθλημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άθλημα αθλήματα
γενική αθλήματος αθλημάτων
αιτιατική άθλημα αθλήματα
κλητική άθλημα αθλήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άθλημα < αρχαία ελληνική ἄθλημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άθλημα ουδέτερο

  • η ατομική ή ομαδική δραστηριότητα που αποσκοπεί στη γύμναση του σώματος και περιλαμβάνει συχνά τον ανταγωνισμό για την επίτευξη καλύτερων επιδόσεων

32πχ Μεταφράσεις[]