κοροϊδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοροϊδεύω < κορόιδο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοροϊδεύω

  1. αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου
    • αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: περιγελώ, ειρωνεύομαι, εμπαίζω, αναμπαίζω
  2. εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]