κοροϊδεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ko.ɾoi̯ˈðe.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐ροϊ‐δεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]κοροϊδεύω (παθητική φωνή: κοροϊδεύομαι)
- αναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου
- ※ Κι εκείνος ο κουτομόγιας ο μπαρμπέρης που μου αγρίευε σαν τον θερμοπαρακαλούσα να μου αφήσει λίγο μαλλί παραπάνω για να μη με κοροϊδεύουν τα κορίτσια και τραγουδούσε νευριασμένος και φάλτσα τον Κουρέα της Σεβίλλης (Figaro, Figaro, Figaro…). (Γιώργος Πατσός, Διήγημα: Αναδρομές στο γέρμα μιας ζωής, 27/02/2024 )
- αναφέρομαι με ασεβή ή ανάρμοστο τρόπο σε κάτι
- εξαπατώ κάποιον, τον ξεγελώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κορόιδο
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κοροϊδεύω | κορόιδευα | θα κοροϊδεύω | να κοροϊδεύω | κοροϊδεύοντας | |
| β' ενικ. | κοροϊδεύεις | κορόιδευες | θα κοροϊδεύεις | να κοροϊδεύεις | κορόιδευε | |
| γ' ενικ. | κοροϊδεύει | κορόιδευε | θα κοροϊδεύει | να κοροϊδεύει | ||
| α' πληθ. | κοροϊδεύουμε | κοροϊδεύαμε | θα κοροϊδεύουμε | να κοροϊδεύουμε | ||
| β' πληθ. | κοροϊδεύετε | κοροϊδεύατε | θα κοροϊδεύετε | να κοροϊδεύετε | κοροϊδεύετε | |
| γ' πληθ. | κοροϊδεύουν(ε) | κορόιδευαν κοροϊδεύαν(ε) |
θα κοροϊδεύουν(ε) | να κοροϊδεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κορόιδεψα | θα κοροϊδέψω | να κοροϊδέψω | κοροϊδέψει | ||
| β' ενικ. | κορόιδεψες | θα κοροϊδέψεις | να κοροϊδέψεις | κορόιδεψε | ||
| γ' ενικ. | κορόιδεψε | θα κοροϊδέψει | να κοροϊδέψει | |||
| α' πληθ. | κοροϊδέψαμε | θα κοροϊδέψουμε | να κοροϊδέψουμε | |||
| β' πληθ. | κοροϊδέψατε | θα κοροϊδέψετε | να κοροϊδέψετε | κοροϊδέψτε | ||
| γ' πληθ. | κορόιδεψαν κοροϊδέψαν(ε) |
θα κοροϊδέψουν(ε) | να κοροϊδέψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κοροϊδέψει | είχα κοροϊδέψει | θα έχω κοροϊδέψει | να έχω κοροϊδέψει | ||
| β' ενικ. | έχεις κοροϊδέψει | είχες κοροϊδέψει | θα έχεις κοροϊδέψει | να έχεις κοροϊδέψει | ||
| γ' ενικ. | έχει κοροϊδέψει | είχε κοροϊδέψει | θα έχει κοροϊδέψει | να έχει κοροϊδέψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κοροϊδέψει | είχαμε κοροϊδέψει | θα έχουμε κοροϊδέψει | να έχουμε κοροϊδέψει | ||
| β' πληθ. | έχετε κοροϊδέψει | είχατε κοροϊδέψει | θα έχετε κοροϊδέψει | να έχετε κοροϊδέψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κοροϊδέψει | είχαν κοροϊδέψει | θα έχουν κοροϊδέψει | να έχουν κοροϊδέψει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χλευάζω ή ειρωνεύομαι
|
εξαπατώ
|
Πηγές
[επεξεργασία]- κοροϊδεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κοροϊδεύω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)