περιπαίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: περιπαίω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιπαίζω < περι- + παίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

περιπαίζω

  1. λέω σε κάποιον πράγματα αστεία, τα οποία όμως τον ενοχλούν, με ευχάριστη συνήθως διάθεση και με σκοπό να διασκεδάσω με τις αντιδράσεις του
  2. (μεταφορικάμειωτικό) εξαπατώ κάποιον λέγοντας πράγματα που δεν στέκουν ή δεν έχουν σχέση με το θέμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]