χλευάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χλευάζω < αρχαία ελληνική χλευάζω
Ρήμα
[επεξεργασία]χλευάζω
- κοροϊδεύω, σαρκάζω, περιγελώ
- ※ Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
- γιουχάρω, διακωμωδώ, γελοιοποιώ, κάνω πλάκα με
- λοιδορώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χλευάζω | χλεύαζα | θα χλευάζω | να χλευάζω | χλευάζοντας | |
| β' ενικ. | χλευάζεις | χλεύαζες | θα χλευάζεις | να χλευάζεις | χλεύαζε | |
| γ' ενικ. | χλευάζει | χλεύαζε | θα χλευάζει | να χλευάζει | ||
| α' πληθ. | χλευάζουμε | χλευάζαμε | θα χλευάζουμε | να χλευάζουμε | ||
| β' πληθ. | χλευάζετε | χλευάζατε | θα χλευάζετε | να χλευάζετε | χλευάζετε | |
| γ' πληθ. | χλευάζουν(ε) | χλεύαζαν χλευάζαν(ε) |
θα χλευάζουν(ε) | να χλευάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χλεύασα | θα χλευάσω | να χλευάσω | χλευάσει | ||
| β' ενικ. | χλεύασες | θα χλευάσεις | να χλευάσεις | χλεύασε | ||
| γ' ενικ. | χλεύασε | θα χλευάσει | να χλευάσει | |||
| α' πληθ. | χλευάσαμε | θα χλευάσουμε | να χλευάσουμε | |||
| β' πληθ. | χλευάσατε | θα χλευάσετε | να χλευάσετε | χλευάστε | ||
| γ' πληθ. | χλεύασαν χλευάσαν(ε) |
θα χλευάσουν(ε) | να χλευάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χλευάσει | είχα χλευάσει | θα έχω χλευάσει | να έχω χλευάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χλευάσει | είχες χλευάσει | θα έχεις χλευάσει | να έχεις χλευάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει χλευάσει | είχε χλευάσει | θα έχει χλευάσει | να έχει χλευάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χλευάσει | είχαμε χλευάσει | θα έχουμε χλευάσει | να έχουμε χλευάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χλευάσει | είχατε χλευάσει | θα έχετε χλευάσει | να έχετε χλευάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν χλευάσει | είχαν χλευάσει | θα έχουν χλευάσει | να έχουν χλευάσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χλευάζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χλευάζω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]χλευάζω (μέσο και παθητικό: χλευάζομαι)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χλευάζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χλευάζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άζω (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)