Μετάβαση στο περιεχόμενο

χλευάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χλευάζω < αρχαία ελληνική χλευάζω

χλευάζω

  1. κοροϊδεύω, σαρκάζω, περιγελώ
      Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
  2. γιουχάρω, διακωμωδώ, γελοιοποιώ, κάνω πλάκα με
  3. λοιδορώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χλευάζω < χλεύ(η) + -άζω

χλευάζω (μέσο και παθητικό: χλευάζομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]