χλεύη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χλεύη
γενική χλεύης
αιτιατική χλεύη
κλητική χλεύη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλεύη < (λόγιο) < αρχαία ελληνική χλεύη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰlew- (αστειεύομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χλεύη θηλυκό μόνο στον ενικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χλεύη χλεύα χλεῦαι
Γενική χλεύης χλεύαιν χλευῶν
Δοτική χλεύ χλεύαιν χλεύαις
Αιτιατική χλεύην χλεύα χλεύας
Κλητική χλεύη χλεύα χλεῦαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλεύη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰlew- (αστειεύομαι) (συγγενές με τα χλίω, χλωρός, χλαρός και χλιδή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χλεύη-ης θηλυκό (ο δυϊκός δεν απαντάται)

  1. αστείο, αστεϊσμός
  2. εμπαιγμός
    πρᾶγμα χλεύης ἄξιον (αστειότητες, γελοιότητες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]