αστεϊσμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστεϊσμός αστεϊσμοί
γενική αστεϊσμού αστεϊσμών
αιτιατική αστεϊσμό αστεϊσμούς
κλητική αστεϊσμέ αστεϊσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστεϊσμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστεϊσμός αρσενικό

  1. αστείο, χωρατό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]