αστειεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστειεύομαι < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /as.ti.ˈɛ.vɔ.mɛ/

Ρήμα[επεξεργασία]

αστειεύομαι

  1. λέω κάτι που απέχει λίγο από την πραγματικότητα, για αστείο, για πλάκα
    ※  Ο Νικήτας προσπάθησε ν' αστειευτεί, μα δεν ήταν στα κέφια του και το παραδέχτηκε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
     αντώνυμα: σοβαρολογώ
  2. δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά
  3. λέω αστεία
     συνώνυμα: αστεΐζομαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]