αστειολογώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστειολογώ < αστειολόγος< αστείος+λέγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αστειολογώ

  1. αστειεύομαι, ευφυολογώ

στην αρχή νόμιζα ότι έλεγε αλήθεια, μετά ευτυχώς κατάλαβα ότι αστειολογούσε

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]