χλίω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χλίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πρασινίζω) (ομόρριζο με τα χλεύη, χλωρός, χλαρός και χλιδή)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χλίω [ ]

  1. γίνομαι μαλακός, μαλθακός
  2. γίνομαι θερμός
  3. ζω άσωτα
  4. κοκορεύομαι, υπερηφανεύομαι

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]