θερμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θeɾˈmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : θερ‐μός
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | θερμός | η | θερμή | το | θερμό |
| γενική | του | θερμού | της | θερμής | του | θερμού |
| αιτιατική | τον | θερμό | τη | θερμή | το | θερμό |
| κλητική | θερμέ | θερμή | θερμό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | θερμοί | οι | θερμές | τα | θερμά |
| γενική | των | θερμών | των | θερμών | των | θερμών |
| αιτιατική | τους | θερμούς | τις | θερμές | τα | θερμά |
| κλητική | θερμοί | θερμές | θερμά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
- θερμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θερμός [1] < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
Επίθετο
[επεξεργασία]θερμός, -ή, -ό
- που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία - αλλά χαμηλότερη από τον καυτό
θερμή ημέρα
- φως που μοιάζει θερμό στο ανθρώπινο μάτι (κυρίως σε λευκή / κόκκινη απόχρωση)
- ※ και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 2024)
- (μεταφορικά) εγκάρδιος, φιλικός, ενθουσιώδης, ένθερμος
θερμός χαιρετισμός
- επικίνδυνος, με μεγάλη ένταση συμβάνπου έχει ένταση
θερμό επεισόδιο μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση των εμπλεκομένων στο επεισόδιο μερών
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
θερμ-
θερμ-
- αερόθερμο
- αθέρμαστος
- αναθερμαίνω
- αναθέρμανση
- αποθερμαίνω
- αποθέρμανση
- γεωθερμία
- γεωθερμικός
- διαθερμία
- δυσθερμαγωγός
- ένθερμος
- εξωθερμικός
- ευθερμαγωγός
- ηλεκτροθερμία
- θερμαγωγός
- θερμαίνω
- θέρμανση
- θερμαντήρας
- θερματνικός
- θερμαντικότητα
- θερμαστής
- θερμάστρα
- θέρμες
- θέρμη
- θερμίδα
- θερμιδικός
- θερμιδογόνος
- θερμιδομετρία
- θερμιδόμετρο
- θερμικός
- Θερμός (επώνυμο)
- θερμότητα
- ισόθερμος
- ομοιόθερμος
- ποικιλόθερμος
- προθερμαίνω
- προθέρμανση
- τηλεθέρμανση
- υπερθερμαίνω
- υπερθέρμανση
- υπερθερμία
- υποθερμία
όπως ενδεικτικά
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
- θερμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική thermos < αγγλική thermos (σήμα κατατεθέν[1] «Thermos flask» [2]) < αρχαία ελληνική θερμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θερμός ουδέτερο άκλιτο
- δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
θερμός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] θερμός
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 θερμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | θερμός | ἡ | θερμή | τὸ | θερμόν |
| γενική | τοῦ | θερμοῦ | τῆς | θερμῆς | τοῦ | θερμοῦ |
| δοτική | τῷ | θερμῷ | τῇ | θερμῇ | τῷ | θερμῷ |
| αιτιατική | τὸν | θερμόν | τὴν | θερμήν | τὸ | θερμόν |
| κλητική ὦ! | θερμέ | θερμή | θερμόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | θερμοί | αἱ | θερμαί | τὰ | θερμᾰ́ |
| γενική | τῶν | θερμῶν | τῶν | θερμῶν | τῶν | θερμῶν |
| δοτική | τοῖς | θερμοῖς | ταῖς | θερμαῖς | τοῖς | θερμοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | θερμούς | τὰς | θερμᾱ́ς | τὰ | θερμᾰ́ |
| κλητική ὦ! | θερμοί | θερμαί | θερμᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θερμώ | τὼ | θερμᾱ́ | τὼ | θερμώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | θερμοῖν | τοῖν | θερμαῖν | τοῖν | θερμοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]θερμός, -ή, -όν
Συγγενικά
[επεξεργασία]- θερμο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα θερμο- στο Βικιλεξικό
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- θερμός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- θερμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις από επωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)