σταθερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σταθερός σταθερή σταθερό
γενική σταθερού σταθερής σταθερού
αιτιατική σταθερό σταθερή σταθερό
κλητική σταθερέ σταθερή σταθερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σταθεροί σταθερές σταθερά
γενική σταθερών σταθερών σταθερών
αιτιατική σταθερούς σταθερές σταθερά
κλητική σταθεροί σταθερές σταθερά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθερός < αρχαία ελληνική σταθερός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σταθερός

  1. αυτός ο οποίος δεν παρεκκλίνει από τις αρχές του και την στάση την οποία έχει υιοθετήσει


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]