Μετάβαση στο περιεχόμενο

constant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
constant < λατινική cōnstāns (σταθερός, βέβαιος)

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός constant
συγκριτικός more constant
υπερθετικός most constant

constant (en)

  1. αδιάκοπος, που συμβαίνει συνεχώς ή επανειλημμένα
    παράδειγμα  The constant car noise has irritated me.
    Ο αδιάκοπος θόρυβος των αυτοκινήτων με έχει εκνευρίσει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη continuous
  2. σταθερός, που δεν αλλάζει
    παράδειγμα  a constant temperature - σταθερή θερμοκρασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
constant constants

constant (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
constant < λατινική cōnstāns (σταθερός, βέβαιος)

Προφορά

[επεξεργασία]
 
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό constant constants
θηλυκό constante constantes

Επίθετο

[επεξεργασία]

constant (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]