constant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | constant |
| συγκριτικός | more constant |
| υπερθετικός | most constant |
constant (en)
- αδιάκοπος, που συμβαίνει συνεχώς ή επανειλημμένα
The constant car noise has irritated me.
- Ο αδιάκοπος θόρυβος των αυτοκινήτων με έχει εκνευρίσει.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη continuous
- σταθερός, που δεν αλλάζει
a constant temperature - σταθερή θερμοκρασία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| constant | constants |
constant (en)
- (μαθηματικά, πληροφορική) η σταθερά
The number π=3.14... is a mathematical constant.
- Ο αριθμός π=3.14... είναι μία μαθηματική σταθερά.
Πηγές
[επεξεργασία]- constant (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- constant (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | constant | constants |
| θηλυκό | constante | constantes |
Επίθετο
[επεξεργασία]constant (fr)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- constant - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé