βέβαιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική βέβαιος βέβαιη βέβαιο
γενική βέβαιου βέβαιης βέβαιου
αιτιατική βέβαιο βέβαιη βέβαιο
κλητική βέβαιε βέβαιη βέβαιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βέβαιοι βέβαιες βέβαια
γενική βέβαιων βέβαιων βέβαιων
αιτιατική βέβαιους βέβαιες βέβαια
κλητική βέβαιοι βέβαιες βέβαια
Λόγιος τύπος θηλυκού: βεβαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βέβαιος < αρχαία ελληνική βέβαιος < βαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvɛ.vɛ.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

βέβαιος,η,ο (θηλ. και βεβαία), συγκριτικός βεβαιότερος, υπερθετικός βεβαιότατος

  1. (για άτομο) που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του
    Είσαι βέβαιος ότι δεν έπρεπε να στρίψουμε στο προηγούμενο στενό;
  2. (για πληροφορία) που δεν αμφισβητείται, για το οποίο δεν υπάρχουν αμφιβολίες
    ένα είναι βέβαιο: δεν θα ξανακάτσω σπίτι κι απόψε, βαρέθηκα το διάβασμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]