Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαβεβαιώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαβεβαιώνω < αρχαία ελληνική διαβεβαιῶ

διαβεβαιώνω και διαβεβαιώ

  1. τονίζω σε κάποιον ότι πρέπει να είναι βέβαιος για κάτι, βεβαιώνω
    παράδειγμα  σας διαβεβαιώνω ότι έχω κάνει όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να τακτοποιηθεί η υπόθεσή σας
      Δύναμαι νά σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι ἕως προχθές, πρίν ἤ γείνη ἡ Σχολή τοῦ Μηχανικοῦ, οὐδείς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀκόμη τοῦ Μηχανικοῦ ἦτο εἰς θέσιν νά ἀναφλέξη μίαν κροτίδα δυναμίτιδος. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά ἀρνηθῆτε τήν χρησιμότητα τοῦ Σχολείου τοῦ Μηχανικοῦ; (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της βουλής, 1909, Αθήνα, Δημόσιο Τυπογραφείο, σελ. 88)
  2. δίνω σε κάποιον κατηγορηματική υπόσχεση, διαβεβαίωση, για κάτι το μελλοντικό
    παράδειγμα  μας διαβεβαίωσαν ότι η βλάβη θα αποκασταθεί

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]