διαβεβαιώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαβεβαιώνω < αρχαία ελληνική διαβεβαιῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]διαβεβαιώνω και διαβεβαιώ
- τονίζω σε κάποιον ότι πρέπει να είναι βέβαιος για κάτι, βεβαιώνω
σας διαβεβαιώνω ότι έχω κάνει όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για να τακτοποιηθεί η υπόθεσή σας- ※ Δύναμαι νά σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι ἕως προχθές, πρίν ἤ γείνη ἡ Σχολή τοῦ Μηχανικοῦ, οὐδείς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀκόμη τοῦ Μηχανικοῦ ἦτο εἰς θέσιν νά ἀναφλέξη μίαν κροτίδα δυναμίτιδος. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά ἀρνηθῆτε τήν χρησιμότητα τοῦ Σχολείου τοῦ Μηχανικοῦ; (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της βουλής, 1909, Αθήνα, Δημόσιο Τυπογραφείο, σελ. 88)
- δίνω σε κάποιον κατηγορηματική υπόσχεση, διαβεβαίωση, για κάτι το μελλοντικό
μας διαβεβαίωσαν ότι η βλάβη θα αποκασταθεί