βεβαιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεβαιώνω < αρχαία ελληνική βεβαιῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

βεβαιώνω, παθητικό βεβαιώνομαι

  1. δηλώνω την αλήθεια μιας πρότασης
    η αρμόδια υπηρεσία του δήμου με επίσημο έγγραφο βεβαιώνει ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών
  2. διαβεβαιώνω κάποιον
  3. διαπιστώνω με επίσημο τρόπο
    η Δημοτική Αστυνομία βεβαίωσε πολλές παραβάσεις σχετικές με παράνομη στάθμευση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]