διαπιστώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπιστώνω < διά + πιστόω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαπιστώνω

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
    η έκθεση της επιτροπής διαπιστώνει για μια ακόμη φορά τα εγγενή προβλήματα της οικονομίας
  2. εξακριβώνω, προσδιορίζω
    ο ιατροδικαστής προσπαθεί να διαπιστώσει τα αίτια του θανάτου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]