Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζήτημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζήτημα τα ζητήματα
      γενική του ζητήματος των ζητημάτων
    αιτιατική το ζήτημα τα ζητήματα
     κλητική ζήτημα ζητήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζήτημα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ζήτημα < μεσαιωνική ελληνική ζήτημα < αρχαία ελληνική ζήτημα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzi.ti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζήτημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζήτημα ουδέτερο

  • αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω
  1. σημαντικό θέμα που μας απασχολεί
      Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
  2. ερώτημα σε διαγώνισμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζήτημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζήτημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζήτημα ουδέτερο

  1. απαίτηση



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ζήτημᾰ τὰ ζητήμᾰτ
      γενική τοῦ ζητήμᾰτος τῶν ζητημᾰ́των
      δοτική τῷ ζητήμᾰτ τοῖς ζητήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ ζήτημᾰ τὰ ζητήμᾰτ
     κλητική ! ζήτημᾰ ζητήμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ζητήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  ζητημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζήτημα < ζητέω (ζητῶ) + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζήτημα ουδέτερο

  1. ζητούμενο, αυτό που ζητάμε
  2. έρευνα, εξέταση
  3. διένεξη, διαφορά