ζήτημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζήτημα ζητήματα
γενική ζητήματος ζητημάτων
αιτιατική ζήτημα ζητήματα
κλητική ζήτημα ζητήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζήτημα < αρχαία ελληνική ζήτημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈzi.ti.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζήτημα ουδέτερο

  • αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω
  1. σημαντικό θέμα που μας απασχολεί
  2. ερώτημα σε διαγώνισμα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζήτημα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζήτημα ουδέτερο

  1. απαίτηση



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζήτημα < ζητέω (ζητῶ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζήτημα ουδέτερο

  1. ζητούμενο, αυτό που ζητάμε
  2. έρευνα, εξέταση
  3. διένεξη, διαφορά