issue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

issue (en)

  1. ζήτημα, θέμα
  2. τεύχος, έκδοση
  3. issuing: μεταφορά αριστοκρατικού τίτλο σε απόγονο (εάν προβλέπεται νομικά)
  4. ...

Ρήμα[επεξεργασία]

issue (en)

  1. εκδίδω (πχ επίσημα έγγραφα, διαβατήρια, χαρτονόμισμα κλπ αλλά και βιβλία, έντυπα, αφίσες κτλ)
  2. μεταφέρω αριστοκρατικό τίτλο σε απόγονό μου (εάν προβλέπεται νομικά)



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

issue < λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
issue issues

issue (fr) θηλυκό

  1. η διέξοδος
  2. sans issue - αδιέξοδος
  3. η έκβαση