matter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

matter (en)

  1. ύλη
  2. ζήτημα, θέμα, λόγος ανησυχίας

Ρήμα[επεξεργασία]

matter (en)

  1. (στο γ' πρόσωπο) νοιάζει, πειράζει